Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

«Ελλάδα – Ευρωπαϊκή Ένωση: Η ατελής συσσωμάτωση» Κωνσταντίνος Στεφάνου Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου,


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

3Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ: 50 ΧΡΟΝΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Εισαγωγική εισήγηση
«Ελλάδα – Ευρωπαϊκή Ένωση: Η ατελής συσσωμάτωση»

Κωνσταντίνος Στεφάνου
Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου,
Δ/ντης Ευρωπαϊκού Κέντρου Οικονομικού & Χρηματοοικονομικού Δικαίου (www.ecefil.eu)
τ. Πρόεδρος ΕΠΕΕΣ

1. Από τη Σύνδεση στην Ένταξη

Η συμπλήρωση 50 χρόνων ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας επιτρέπει μια μακροσκοπική εξέταση αυτής της πορείας, ικανής να δώσει πιο αξιόπιστες απαντήσεις στο διαχρονικό ζήτημα της αδυναμίας ενσωμάτωσης της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή. Οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν ανάγεται μόνο, όπως γινόταν δεκτό ως τώρα, στην αδυναμία του πολιτικού και διοικητικού συστήματος να ανταποκριθεί στις προκλήσεις, αλλά αφορά στην βούληση προσαρμογής της ελληνικής κοινωνίας. Για πρώτη φορά η κοινωνία δείχνει απρόθυμη να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις. Η πλειοψηφία της κοινής γνώμης που πίστευε στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση - εν πολλοίς λόγω της μαζικής εισροής κοινοτικών πόρων - τείνει να καταστεί μειοψηφία, χρεώνοντας συχνά στην Ευρώπη και στους πιστωτές μας τα προβλήματα που συσσωρεύτηκαν στα χρόνια ιδίως της συμμετοχής μας στην Ευρωζώνη.
     Η Συνθήκη Προσχώρησης στην ΕΟΚ που υπογράφηκε στις 28.5.1979 παρουσιάστηκε στην κοινή γνώμη ως μείζον επίτευγμα στη νεότερη ελληνική ιστορία - και όντως ήταν. Η Ελλάδα ξέφευγε από τη μοναξιά της στη Ν.Α. Ευρώπη ή, ακριβέστερα την ταύτισή της σε διεθνές επίπεδο με την Τουρκία, αφού οι δύο χώρες είχαν προσχωρήσει μαζί στο ΝΑΤΟ και είχαν συνάψει σχεδόν ταυτόχρονα συμφωνίες σύνδεσης με την ΕΟΚ των Έξη. Όμως, καλλιεργήθηκε ανεύθυνα στην κοινή γνώμη η εικόνα του ευρωπαϊκού παράδεισου που εξασφάλιζε ακόπως ασφάλεια και ευημερία. Η συμμετοχή στην ΕΚ/ΕΕ αποτελούσε μια σημαντική εγγύηση ασφάλειας αλλά, όπως διαφάνηκε αργότερα, δεν επέτρεψε την μείωση των στρατιωτικών δαπανών που έφταναν στο 4% του ΑΕΠ. Από την πλευρά τους οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις που έφταναν σε αντίστοιχο ποσοστό του ΑΕΠ ανακούφισαν το Δημόσιο από τη στήριξη των αγροτών, ελάχιστα όμως συνέβαλαν στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
     Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση απαιτούσε από τη χώρα ικανότητα να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό (αγγλ. capacity to withstand competition), όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν αργότερα τα οικονομικά κριτήρια που υιοθετήθηκαν, μαζί με αντίστοιχα πολιτικά κριτήρια για την ένταξη νέων κρατών μελών, από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης (Ιούνιος 1992). Τελικά αποδείχθηκε πως τα νέα κράτη μέλη της Κ.Α. Ευρώπης διέθεταν παρόμοια ικανότητα, χωρίς μάλιστα να επωφεληθούν από μεταβιβάσεις πόρων αντίστοιχες προς αυτές που έγιναν προς την Ελλάδα.
     Η θέση που υποστηρίζεται παρακάτω είναι ότι οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις, αν και γνώριζαν το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, εφάρμοσαν δημόσιες πολιτικές ταγμένες περισσότερο στην εξυπηρέτηση εκλογικών σκοπιμοτήτων παρά στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Οι πολιτικές αυτές οδήγησαν το 1985, τέσσερα χρόνια μετά την ένταξη στην ΕΟΚ, στην κατάρρευση του ισοζυγίου πληρωμών και το 2010, οκτώ χρόνια μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, στη δημοσιονομική κατάρρευση. Στην παρουσίαση που ακολουθεί η συμμετοχή στην ΕΚ/ΕΕ αξιολογείται σε συνάρτηση με τα δύο αυτά ορόσημα που αναδεικνύουν τον ατελή χαρακτήρα της συσσωμάτωσης Ελλάδας – Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Η κατάρρευση του ισοζυγίου πληρωμών (1985)

Η Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ που τέθηκε σε ισχύ το 1962 απέβλεπε στο να προετοιμάσει το έδαφος για την ένταξη - η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε το 1981, δηλαδή τρία χρόνια πριν από την ολοκλήρωση της μεταβατικής περιόδου των 22 ετών. Σημειωτέον ότι στη διάρκεια της δικτατορίας (1967-74) είχαν παγώσει οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, καθώς και η γεωργική εναρμόνιση. Στο πλαίσιο εξάλλου της ίδιας συμφωνίας είχε οριστεί χρονοδιάγραμμα 22 ετών που έληγε το 1984 για τη σταδιακή εξάλειψη των δασμών σε βιομηχανικά προϊόντα που χαρακτηρίζονταν «ευαίσθητα», δηλαδή αυτά που παράγονταν εγχώρια, καθώς και δυνατότητα διατήρησης ποσοτικών περιορισμών στις εισαγωγές, στο πλαίσιο των λεγόμενων ρητρών διασφάλισης.
     Από την πλευρά της η Πράξη Προσχώρησης που τέθηκε σε ισχύ την 1.1.1981 πρόβλεπε την πλήρη εξάλειψη των υφιστάμενων εμποδίων, με ορισμένες εξαιρέσεις στο πλαίσιο τριετών και πενταετών μεταβατικών περιόδων από την ημερομηνία ένταξης. Η εφαρμογή εξάλλου της αρχής της κοινοτικής προτίμησης στα εισαγόμενα γεωργικά προϊόντα εκτίναξε στα ύψη τις τιμές αυτών των προϊόντων. Αν και ήταν προβλέψιμη η επίδραση αυτών των ρυθμίσεων στις εισαγωγές, η πολιτική των κοινωνικών παροχών που εγκαινιάστηκε το 1981 αύξησε μεν το διαθέσιμο εισόδημα αλλά ένα μεγάλο μέρος αυτού του εισοδήματος κατευθύνθηκε σε εισαγόμενα προϊόντα που είχαν καταστεί στο μεταξύ φθηνότερα από τα ελληνικά. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική διολίσθησης και υποτίμησης της δραχμής δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει την κατάρρευση του ισοζυγίου πληρωμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα υπήρξε η μόνη χώρα από αυτές που εντάχθηκαν στην Κοινότητα η οποία αντιμετώπισε δραστική αύξηση των εισαγωγών μετά την ένταξή της, χωρίς παράλληλη αύξηση των εξαγωγών και των ξένων άμεσων επενδύσεων.
     Η στασιμότητα των εξαγωγών οφειλόταν στο γεγονός ότι οι δασμοί στα εξαγόμενα προς την ΕΟΚ ελληνικά προϊόντα είχαν προ πολλού καταργηθεί, η δε ελληνική βιομηχανία κάλυπτε κυρίως την εγχώρια ζήτηση και ήταν δασμοβίωτη[1]. Ανεξήγητη ήταν, εκ πρώτης όψεως, η στασιμότητα των ξένων άμεσων επενδύσεων, στον βαθμό που, κατά κανόνα, οι επενδύσεις αυτές αυξάνονται δραστικά κατά την ένταξη μιας χώρας σε μια οικονομική συσσωμάτωση. Στην περίπτωση της Ελλάδας η προενταξιακή περίοδος συνέπεσε με την επαναδιαπραγμάτευση συμβάσεων με ξένους επενδυτές της χουντικής περιόδου αλλά και επιπόλαιες πρωτοβουλίες που έστειλαν αρνητικά μηνύματα για το ελληνικό επενδυτικό περιβάλλον[2].  
     Είναι γνωστό ότι η ένταξη επισπεύστηκε για πολιτικούς λόγους (πολιτική σταθερότητα, εξωτερική ασφάλεια) αλλά οδήγησε σε μείζονα οικονομική διαταραχή. Όμως, από την άλλη πλευρά, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ένας μεγαλύτερος χρόνος προετοιμασίας θα είχε αξιοποιηθεί κατάλληλα, κάτω από την πίεση για κοινωνικές παροχές. Σημειωτέον ότι τα κράτη που εντάχθηκαν στην ΕΚ/ΕΕ μετά την Ελλάδα διδάχθηκαν από την ελληνική εμπειρία. Έτσι, απέφυγαν παροχές που θα υπονόμευαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους, θεωρώντας ότι από τη συμμετοχή τους στην οικονομική συσσωμάτωση θα προέκυπταν τα γνωστά από τη θεωρία των τελωνειακών ενώσεων αποτελέσματα ευημερίας (αγγλ. welfare effects).

3. Η προσπάθεια βελτίωσης των όρων ένταξης

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να εφαρμόσει το σύνολο σχεδόν των ρυθμίσεων της ΣΕΟΚ την 1.1.1981, στο μέτρο που υπήρχαν ελάχιστες μεταβατικές ρυθμίσεις στην Πράξη Προσχωρήσεως και στα συνημμένα πρωτόκολλα[3]. Τον Μάρτιο του 1982 η ελληνική κυβέρνηση, σε συνέχεια προεκλογικής δέσμευσης, υπέβαλε στην Κοινότητα ένα Μνημόνιο με αιτήματα που στόχευαν στην βελτίωση των όρων ένταξης και ειδικότερα στην έγκριση παρεκκλίσεων από το κοινοτικό κεκτημένο και πρόσθετων χρηματοδοτήσεων. Το αίτημα παρεκκλίσεων αντιμετωπίστηκε κατ’ αρχήν αρνητικά, αλλά στη συνέχεια, μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις, ικανοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό με την έγκριση από την Επιτροπή του λεγόμενου «ρυθμιστικού φόρου» στον οποίο ενσωματώθηκαν οι φορολογικές διακρίσεις σε βάρος των εισαγόμενων προϊόντων[4]. Η ανταπόκριση εξάλλου στο αίτημα πρόσθετων χρηματοδοτήσεων ήταν σε πρώτη φάση συμβολική. Η Ελλάδα της περιόδου 1981-83, ήταν ο «αμφίρροπος εταίρος», με ανορθόδοξες θέσεις για τα διεθνή ζητήματα που οδήγησαν στην παταγώδη αποτυχία της πρώτης ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου, το δεύτερο εξάμηνο του 1983. Η ελληνική στάση άρχισε όμως σταδιακά να μεταβάλλεται στη διάρκεια του 1984 και τα ελληνικά αιτήματα να εντάσσονται σε μια ευρωπαϊκή λογική, με αποτέλεσμα να αντιμετωπιστούν θετικά και να εξασφαλιστούν σημαντικοί πόροι με τον Κανονισμό για τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ).
     Η αλληλεγγύη απέναντι στην Ελλάδα συνεχίστηκε στη διάρκεια του 1985, όταν το Συμβούλιο, διαπιστώνοντας την κατάρρευση του ελληνικού ισοζυγίου πληρωμών, χορήγησε στην Ελλάδα κοινοτικό δάνειο για τη στήριξη αυτού του ισοζυγίου[5]. Από την πλευρά της η Επιτροπή ενέκρινε παρεκκλίσεις στο κοινοτικό κεκτημένο[6], στο πλαίσιο της ρήτρας διασφάλισης του άρθρου 108 παρ. 3 ΣΕΟΚ και ήδη 143 παρ. 3 ΣΛΕΕ (η ρήτρα δεν ισχύει σήμερα για κράτη μέλη της Ευρωζώνης). Ειδικότερα, με την αρχική απόφαση της Επιτροπής, επιτράπηκε στην Ελλάδα να επιβάλει μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές και να διατηρήσει τις εξαγωγικές επιδοτήσεις οι οποίες, σε συνέχεια σχετικής παράτασης, καταργήθηκαν το 1990.
     Η πλημμυρίδα των εισαγωγών που ακολούθησε την ένταξη είχε κλονίσει ανεπανόρθωτα τις ελληνικές βιομηχανίες οι οποίες ήταν δασμοβίωτες αλλά και υπερχρεωμένες, έχοντας παλαιότερα συνάψει δάνεια με ρήτρα συναλλάγματος. Η ψήφιση το 1983 του νόμου για την εξυγίανση των προβληματικών επιχειρήσεων[7] απέβλεπε στο να προλάβει την κατάρρευση αυτών των επιχειρήσεων και την επακόλουθη ανεργία, με την πρόβλεψη συμμετοχής του κράτους σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και ανάληψης της διοίκησης αυτών των επιχειρήσεων από το ίδιο. Η Επιτροπή πείστηκε από την ελληνική επιχειρηματολογία και ενέκρινε - πρώτη φορά στα χρονικά - κρατικές ενισχύσεις «για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Συνθήκη[8]. Ορισμένοι ιδιώτες μεγαλομέτοχοι προσέφυγαν στα δικαστήρια επικαλούμενοι το ευρωπαϊκό εταιρικό δίκαιο, αλλά οι περισσότεροι είδαν με χαρά να απαλλάσσονται από τις επιχειρηματικές τους υποχρεώσεις. Οι πόροι που διατέθηκαν στις προβληματικές επιχειρήσεις κατά την περίοδο 1983-1990 κατευθύνθηκαν τελικά στη διάσωση και όχι την αναδιάρθρωσή τους, ενώ επιβάρυναν καθοριστικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας.
     Μια άλλη ευκαιρία χάθηκε όταν η Επιτροπή έδειξε ανοχή στη σύναψη προγραμματικών συμφωνιών από το Δημόσιο με Έλληνες προμηθευτές - ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις. Οι προγραμματικές συμφωνίες με δημόσιες επιχειρήσεις δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, εξαιτίας των συνεχών παρεμβάσεων στη διοίκησή τους. Σε τελευταία ανάλυση, η αντικατάσταση της δασμολογικής προστασίας από ένα πλέγμα ενισχύσεων και διακρίσεων υπέρ των ελληνικών επιχειρήσεων παρέτεινε - αντί να επιλύσει - το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας, οδηγώντας ταυτόχρονα σε υπερχρέωση του κράτους.

4. Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη

4.1. Ο «τεχνητός παράδεισος»
Μακροσκοπικά ορώμενη η ένταξη στην Ευρωζώνη το 2002 συνέβαλε στην βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού αλλά υπονόμευσε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η ευνοϊκή για τα νοικοκυριά ισοτιμία που ίσχυσε για την μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αλλά και η δραστική μείωση των επιτοκίων δανεισμού  αύξησαν θεαματικά τη ζήτηση η οποία κατευθύνθηκε κυρίως σε εισαγόμενα αγαθά και άδηλες πληρωμές, με αποτέλεσμα το 2009 το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών να πλησιάσει το 15% του ΑΕΠ που αποτέλεσε την χειρότερη επίδοση παγκοσμίως. Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι καταναλώναμε χωρίς να παράγουμε - αλλά και χωρίς να πληρώνουμε φόρους. Επιβεβαιώθηκε έτσι η πρόβλεψη πολλών Ελλήνων και ξένων οικονομολόγων ότι μια μη ανταγωνιστική οικονομία, όπως η ελληνική, θα αντιμετώπιζε πρόβλημα επιβίωσης στο περιβάλλον μιας νομισματικής ένωσης στο οποίο απεμπολείται το εργαλείο της νομισματικής υποτίμησης.
     Η εμπειρία της συμμετοχής στην Ένωση και στην Ευρωζώνη μας διδάσκει ότι η συμμετοχή αυτή δεν έλυσε το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που είναι το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και η αποχή από παραγωγικές επενδύσεις. Σήμερα το επενδυτικό περιβάλλον είναι χειρότερο, στον βαθμό που κυριαρχούν η οικονομική αβεβαιότητα και η πολιτική αστάθεια.

4.2. Η δημοσιονομική κατάρρευση
Οι συνεχείς αποκλίσεις της χώρας μας από το όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος οφείλονταν κατ’ αρχήν στην ανεπάρκεια του ρυθμιστικού πλαισίου της ΟΝΕ. Ειδικότερα, μετά την ένταξη μιας χώρας στην Ευρωζώνη, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί παύουν να αποτελούν οικονομικές προϋποθέσεις ή αιρεσιμότητες (conditionalities) και συνιστούν ατελείς νομικές υποχρεώσεις, μη υποκείμενες σε δικαστικό έλεγχο. Οι προβλεπόμενες εξάλλου ποινές για υπερβολικό δημοσιονομικό έλλειμμα δεν επιβλήθηκαν ποτέ, λόγω των Γαλλικών και Γερμανικών αντιρρήσεων.
     Εξαιτίας της ανεπάρκειας του ρυθμιστικού πλαισίου της ΟΝΕ τα περισσότερα κράτη μέλη υπερέβησαν το όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος. Η Ελλάδα επέδειξε όμως ιδιαίτερη αδιαφορία απέναντι στις διαπιστώσεις και υποδείξεις των διεθνών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα δημοσιονομικά της. Οι ελληνικές κυβερνήσεις προτίμησαν, αντί της αύξησης των φορολογικών εσόδων με διεύρυνση της φορολογητέας βάσης, την προσφυγή σε δανεισμό. Οι δε εξαγγελίες για επανίδρυση του κράτους και περιστολή δαπανών έμειναν στα χαρτιά. Έτσι, κατά την περίοδο 2004-2009 - που σημειωτέον συνέπεσε με τον δανεισμό για τα ολυμπιακά έργα, το χρέος διπλασιάστηκε σε απόλυτους αριθμούς.
     Η χειροτέρευση της δημοσιονομικής κατάστασης δεν αποτυπώθηκε πλήρως στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, διότι παράλληλα με την αύξηση του χρέους αυξανόταν και το ΑΕΠ. Η αναπροσαρμογή εξάλλου του ΑΕΠ το 2007 επέφερε βελτίωση του δείκτη του χρέους που έπεσε στο 94,8% του ΑΕΠ, γεγονός που συνέτεινε στην χαλάρωση των προσπαθειών αύξησης των φορολογικών εσόδων. Με άλλα λόγια, η αύξηση του ΑΕΠ λειτούργησε ως πρόσχημα για αδράνεια και εφησυχασμό. Αποτέλεσε έναν βολικό τρόπο για να παρακαμφθούν τα θεμελιώδη προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτά αποτυπώνονταν στο λεγόμενο «διπλό έλλειμμα», δηλαδή το δημοσιονομικό έλλειμμα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών. Με αυτά τα δεδομένα, η απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών και η προσφυγή στους δημόσιους δανειστές ήταν θέμα χρόνου. Σημειωτέον ότι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που προσέφυγε στο ΔΝΤ ήταν η Ουγγαρία τον Οκτώβριο του 2008.

5. «Δια ταύτα»

Η επιδιωκόμενη από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις παράταση της περιόδου υλοποίησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δεύτερο μνημόνιο και οι διορθώσεις στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική δεν αναπληρώνουν την ανάγκη λήψης διαρθρωτικών μέτρων προκειμένου να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Πέρα από την άρση των αντικινήτρων στην επιχειρηματικότητα και την πάταξη της διαφθοράς που έχουν υποδείξει από καιρό έγκριτοι οργανισμοί, έφτασε νομίζουμε η στιγμή να υποβληθούν επίσημα από την Ελληνική Δημοκρατία προς το Συμβούλιο της Ένωσης ορισμένα αιτήματα για την χορήγηση εξαιρέσεων από την απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων, στο πλαίσιο του άρθρου 108 παρ. 2  εδ. 3 ΣΛΕΕ. Τα αιτήματα αυτά αφορούν, ενδεικτικά, τα παρακάτω:
- τη διευκόλυνση των αποκρατικοποιήσεων, με την έγκριση διαγραφής των χρεών προς το Δημόσιο (και δημόσιους φορείς) των προς αποκρατικοποίηση επιχειρήσεων, προκειμένου οι επιχειρήσεις αυτές να καταστούν ελκυστικότερες για τους επενδυτές
- την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων των Ελληνικών Ναυπηγείων και ειδικότερα την άρση του αποκλεισμού τους από εμπορικές δραστηριότητες
- την έγκριση δημιουργίας των πολυσυζητημένων «ειδικών επενδυτικών ζωνών» σε παραμεθόριες περιοχές με πολύ υψηλή ανεργία.
     Εν κατακλείδι, η εμπειρία της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση μας έχει διδάξει ότι τα ελληνικά αιτήματα και συμφέροντα προωθούνται αποτελεσματικά όταν εντάσσονται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό συμφέρον. Η αντίληψη πάντως ότι η Ένωση έχει συμφέρον να μην καταρρεύσει η Ελλάδα δεν αρκεί για να λύσει τα προβλήματα. Πρέπει να αποκατασταθεί το συντομότερο η εμπιστοσύνη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης προς την Ελλάδα προκειμένου να αξιοποιηθούν οι πολλαπλές δυνατότητες που παρέχουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες.



[1] Παρά τη μείωση των δασμών στο πλαίσιο της Συνθήκης Σύνδεσης, οι πραγματικοί δασμοί (effective tariffs) που περιλαμβάνουν τους πάσης φύσεως περιορισμούς και επιβαρύνσεις στα εισαγόμενα προϊόντα ήταν ιδιαίτερα υψηλοί κατά την ένταξη, με αποτέλεσμα η προσαρμογή να είναι ιδιαίτερα επώδυνη.
[2] Έτσι, π.χ. η κρατικοποίηση του ομίλου της Εμπορικής Τράπεζας το 1977 έστειλε πολύ αρνητικό μήνυμα στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
[3] Με το Πρωτόκολλο αριθ. 7 προβλεπόταν η ευνοϊκότερη εφαρμογή των διατάξεων της ΣΕΟΚ για τις κρατικές ενισχύσεις.
[4] Ν. 1477/1984 «Προσαρμογή έμμεσων φόρων στις αρχές του δικαίου των ΕΚ». Ο νόμος πρόβλεπε τη σταδιακή μείωση του φόρου μέχρι τελικής εξαλείψεώς το 1990.
[5] Απόφαση Συμβουλίου 85/543/ΕΟΚ.
[6] Απόφαση Επιτροπής 85/594/ΕΟΚ και τροποποιητική απόφαση 86/614/ΕΟΚ.
[7] Ν. 1386/1983.
[8] Η σχετική ρήτρα αποτυπώνεται σήμερα στο άρθρο 107 παρ. 3 στοιχ. β) ΣΛΕΕ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου